Πρόκειται για ένα λόγιο επίθετο που δηλώνει ψυχρή, απαλή απόχρωση ανάμεσα στο γαλάζιο, το πράσινο και το γκρι—σαν το θαμπό, αχνό φως της θάλασσας ή μια λεπτή πατίνα πάνω σε φύλλα και καρπούς.
Συχνά υπονοεί ματ, κηρώδη επιφάνεια.
Η λέξη μεταφέρει αίσθηση δροσιάς, καθαρότητας και διακριτικής, μη μεταλλικής λάμψης.
Ετυμολογικά έρχεται κατ’ευθείαν από το αρχαίο γλαυκός (= γαλάζιος, λαμπερός), συγγενές με τη “γλαύκα” και το επίθετο της Αθηνάς “Γλαυκώπις”.
Συνώνυμα: γαλαζοπράσινος, σταχτογάλαζος.
Παραδείγματα: γλαυκά νερά, γλαυκό φύλλωμα ελιάς, γλαυκά φτερά.