1) (στο ξύλο) κόμπος/νεύρο του ξύλου
Ένα σκληρό, στρογγυλό σημείο όπου (πιθανώς) υπήρχε κλαδί.
- EN: knot (in wood), wood knot, gnarl
- FR: nœud (du bois), nœud de bois
- DE: Ast (im Holz), Knorren
2) (στο χέρι/δέρμα) ρόζος σκληρό εξόγκωμα από δουλειά
Σκληραγώγηση/κάλοι στα χέρια από χειρωνακτική εργασία· «ροζιασμένα χέρια».
- EN: callus (hard skin), knob/lump (colloq.)
- FR: cal (à la main)
- DE: Schwiele, Hornhaut
