τσαλαπατάω
Flag2_France
Français
flag-tiny-USA
English
Flag2-tiny-German
Deutsch

κι επίσης: τσαλαπατώ

ΕΝ: to trample, to step on and crush, or to treat with disrespect / to violate

FR: piétiner

DE: zertreten / mit Füßen treten

Παραδείγματα:
Τα σκληρά της σχόλια τσαλαπάτησαν τα αισθήματά του μπροστά σε όλους.
Πάντα τσαλαπατά τους κανόνες όταν νομίζει ότι δεν τον βλέπει κανείς.
Ο νέος νόμος τσαλαπατά τα δικαιώματα των απλών πολιτών.
Αυτό το άτομο τσαλαπατά ξεδιάντροπα όλα όσα πιστεύαμε ότι αντιπροσωπεύει μία από τις μεγαλύτερες δημοκρατίες της ιστορίας

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.