ακαδημαϊκός

1) επίθετο: academic

Σημαίνει “που ανήκει/σχετίζεται με την ακαδημία, το πανεπιστήμιο, την έρευνα”.

  • ακαδημαϊκή κοινότητα = university/research community
  • ακαδημαϊκή έρευνα = academic research
  • ακαδημαϊκό έτος = academic year
  • ακαδημαϊκή καριέρα = academic career
  • ακαδημαϊκά προσόντα = academic qualifications

2) ουσιαστικό: an academic

Σημαίνει “πανεπιστημιακός/ερευνητής”, δηλ. άτομο που εργάζεται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ή στην έρευνα.

  • είναι ακαδημαϊκός = he/she is an academic

3) Μέλος της Ακαδημίας: academician

Μερικές φορές εννοεί ειδικά μέλος Ακαδημίας (π.χ. Ακαδημία Αθηνών).

  • ακαδημαϊκός της Ακαδημίας Αθηνών = member of the Academy of Athens
    (εδώ η λέξη έχει πιο “τιμητικό/θεσμικό” νόημα)

Μικρή σημασιολογική διαφορά

  • πανεπιστημιακός: faculty/uni staff
  • ακαδημαϊκός: πιο ευρύ π.χ. ακαδημαϊκό στυλ/ύφος, ακαδημαϊκός λόγος.
Παραδείγματα:
Πολλοί ακαδημαϊκοί εργάζονται σε δημόσια πανεπιστήμια.
Η εκδήλωση φέρνει κοντά ακαδημαϊκούς και υπεύθυνους χάραξης πολιτικής.
Ως ακαδημαϊκός, δημοσιεύει σε περιοδικά με κριτές.
Είναι ακαδημαϊκός και μελετά την κλιματική πολιτική.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.