Σαν ουσιαστικό: η συσκευή εκείνη που χρησιμοποιείται κυρίως από το σταρτό και την αστυνομία
Σαν επίθετο: ασύρματος, ασύρματη, ασύρματο κάτι που δεν χρειάζεται σύρμα ή καλώδιο, π.χ. ένα ασύρματο δίκτυο
Σαν επίρρημα: ασύρματα κάτι που επιτρέπει την χωρίς καλώδιο (συνήθως) επικοινωνία