αβέβαιος, -η, -ο

και σαν επίρρημα: αβέβαια (uncertainly)

Παραδείγματα:
Το αποτέλεσμα είναι αβέβαια θετικό γι'αυτό θα περιμένουμε τις ανακοινώσεις.
Μίλησε αβέβαια, σαν να μην ήταν σίγουρος γι'αυτά που έλεγε.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.