1) Κυριολεκτικά
der Mist = κοπριά, κοπρόχωμα, “ζωική κοπριά” (manure).
- Mist ausbringen = ρίχνω κοπριά στο χωράφι
- Mistgabel = πιρούνα για κοπριά (pitchfork)
2) Καθημερινά / ως βρισιά (πολύ συχνό)
Mist! σαν επιφώνημα = “σκατά!”, “ωχ, γαμώτο!” (ανάλογα με το πόσο το μαλακώνεις στα ελληνικά).
- Mist, ich hab’s vergessen. = “Γαμώτο/Σκατά, το ξέχασα.”
(ein) Mist = ανοησία / σαχλαμάρα / χάλια πράγμα, “crap”.
- Das ist doch Mist. = “Αυτό είναι βλακεία/χάλια.”
- Er erzählt Mist. = “Λέει ανοησίες / λέει μαλακίες.”
3) Σύνθετα που θα δεις συχνά
- Mist bauen (πολύ καθημερινό) = κάνω χοντρή γκάφα / τα κάνω θάλασσα
- Mistkerl = “παλιάνθρωπος / κάθαρμα” (αρκετά προσβλητικό)
- Miststück (συνήθως για γυναίκα) = πολύ βαριά βρισιά (“σκύλα/παλιοθήλυκο” κ.λπ., πολύ επιθετικό)
- Mistwetter = “σκατοκαιρός”
4) Ύφος/ένταση
- Mist!: πιο “καθημερινό” και λίγο λιγότερο χυδαίο από Scheiße!, αλλά πάλι αγενές σε επίσημο περιβάλλον.
- Για πιο ήπιο: Mist! → Verdammt! / Oh Mann! / Ach Mist! (ανάλογα το ύφος)