Δηλαδή:
- χάρη, δηλαδή άρση ή μείωση μιας ποινής,
- πράξη επιείκειας από μια ανώτατη αρχή (π.χ. Πρόεδρος, Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Βασιλιάς, Μονάρχης).
Με άλλα λόγια: κάποιος έχει καταδικαστεί, αλλά το κράτος/ο αρχηγός του κράτους αποφασίζει να του “δώσει χάρη”, δηλαδή να τον απαλλάξει εν μέρει ή πλήρως από την ποινή.
2. Γραμματικά / λέξη-οικογένεια
- Ρήμα: begnadigen = απονέμω χάρη σε κάποιον, χαρίζω την ποινή του.
- π.χ. Der Präsident begnadigt den Häftling. = Ο πρόεδρος χαρίζει την ποινή στον κρατούμενο.
- Ουσιαστικό από το ρήμα: die Begnadigung = η πράξη της χάρης.
- Σχετικό ουσ.: die Gnade = το έλεος, η χάρη (γενικά, όχι μόνο νομικά).
3. Πού τη συναντάς
Η λέξη είναι κυρίως νομικο-πολιτική. Χρησιμοποιείται σε επίσημα συμφραζόμενα:
- ποινικό δίκαιο / σωφρονιστικό σύστημα,
- δηλώσεις προέδρων, υπουργείων, δικαστικών αρχών.
Δεν είναι λέξη της καθημερινής ομιλίας, π.χ. δεν θα τη χρησιμοποιήσεις για κάτι μικρό όπως “δώσε μου μια τελευταία ευκαιρία”. Εκεί θα πεις Gnade ή sei gnädig.
4. Προσοχή στη διαφορά
Begnadigung ≠ Amnestie (αμνηστία)
- Begnadigung: ατομική χάρη. Αφορά συνήθως ένα άτομο, μια μεμονωμένη περίπτωση.
- Amnestie: συλλογική αμνηστία. Αφορά μια ολόκληρη κατηγορία ανθρώπων (π.χ. όλοι όσοι έκαναν ένα συγκεκριμένο αδίκημα σε μια συγκεκριμένη περίοδο).