Glühwein σημαίνει κυριολεκτικά «κρασί που λάμπει/πυρακτώνεται».
Προέρχεται από το ρήμα glühen, που σημαίνει «λάμπω, πυρακτώνομαι, καίω χωρίς φλόγα», όπως π.χ. τα κάρβουνα που κοκκινίζουν στη φωτιά.
Η λέξη σχηματίστηκε γιατί το κρασί ζεσταινόταν πάνω από κάρβουνα, αποκτώντας ζεστασιά σαν αυτή της πυράς.
Στις μέρες μας, το Glühwein είναι το κλασικό ζεστό κρασί των χριστουγεννιάτικων αγορών, αρωματισμένο με κανέλα, γαρύφαλλο και πορτοκάλι.
Παραδείγματα:
Der Wein glüht Το κρασί πυρακτώνεται (ή ζεσταίνεται πολύ)
Wir trinken Glühwein auf dem Weihnachtsmarkt Πίνουμε Glühwein στη χριστουγεννιάτικη αγορά.
