σφάζω / κατασφάζω / κατακρεουργώ, δηλ. σκοτώνω με βίαιο, μαζικό ή ιδιαίτερα ωμό τρόπο.
Συχνά χρησιμοποιείται:
- για σφαγές σε πολεμικά/ιστορικά συμφραζόμενα (ein Massaker metzeln),
- ή μεταφορικά σε αθλητικά/δημοσιογραφικά: “τους διέλυσε/τους έκανε κομμάτια”.
και είναι πολύ πιο σκληρό από το απλό töten (σκοτώνω). Δηλώνει ωμότητα/μακελειό.
Συνώνυμα (κατά προσέγγιση)
- abschlachten = σφάζω (πολύ ωμό)
- massakrieren = κάνω μακελειό/σφαγή
- hinmetzeln = κατασφάζω (με έμφαση στη βιαιότητα/“θερίζω”)