der, ein
Mist
Substantiv, Interjektion etc.
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
flag-tiny-USA
English

1) Κυριολεκτικά

der Mist = κοπριά, κοπρόχωμα, “ζωική κοπριά” (manure).

  • Mist ausbringen = ρίχνω κοπριά στο χωράφι
  • Mistgabel = πιρούνα για κοπριά (pitchfork)

2) Καθημερινά / ως βρισιά (πολύ συχνό)

Mist! σαν επιφώνημα = “σκατά!”, “ωχ, γαμώτο!” (ανάλογα με το πόσο το μαλακώνεις στα ελληνικά).

  • Mist, ich hab’s vergessen. = “Γαμώτο/Σκατά, το ξέχασα.”

(ein) Mist = ανοησία / σαχλαμάρα / χάλια πράγμα, “crap”.

  • Das ist doch Mist. = “Αυτό είναι βλακεία/χάλια.”
  • Er erzählt Mist. = “Λέει ανοησίες / λέει μαλακίες.”

3) Σύνθετα που θα δεις συχνά

  • Mist bauen (πολύ καθημερινό) = κάνω χοντρή γκάφα / τα κάνω θάλασσα
  • Mistkerl = “παλιάνθρωπος / κάθαρμα” (αρκετά προσβλητικό)
  • Miststück (συνήθως για γυναίκα) = πολύ βαριά βρισιά (“σκύλα/παλιοθήλυκο” κ.λπ., πολύ επιθετικό)
  • Mistwetter = “σκατοκαιρός”

4) Ύφος/ένταση

  • Mist!: πιο “καθημερινό” και λίγο λιγότερο χυδαίο από Scheiße!, αλλά πάλι αγενές σε επίσημο περιβάλλον.
  • Για πιο ήπιο: Mist! → Verdammt! / Oh Mann! / Ach Mist! (ανάλογα το ύφος)
zum Beispiel:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.