σπαταλώ, χάνω άσκοπα, κατασπαταλώ (κυρίως πόρους, χρόνο, ενέργεια κ.λπ.)
- vergeudetes Geld σπαταλημένα χρήματα
- vergeudete Zeit χαμένος/σπαταλημένος χρόνος
- Ein vergeudetes Leben μια σπαταλημένη ζωή
| Αγγλικά | waste, squander |
| Γαλλικά | gaspiller |
| Ελληνικά | κατασπαταλώ |