peler

verbe

Ρήμα που αν δεν το ξέρετε είναι εύκολο να κάνετε ένα συχνό λάθος.

Στα Ελληνικά, καθαρίζουμε φρούτα, λαχανικά και βραστά αυγά.
Όμως στα Γαλλικά το καθαρίζω (που θα το μεταφράσουμε συχνά με το nettoyer) δεν θα το χρησιμοποιήσουμε ποτέ σ’αυτές τις περιπτώσεις.

Για ένα μήλο, πορτοκάλι, αχλάδι, αγγούρι και αυγό στα Γαλλικά θα χρησιμοποιήσουμε ένα από τα: éplucher ή peler

peler (από το λατινικό pelare = αφαιρώ τη «πέτσα»)

συνήθως για φρούτα με μαλακή φλούδα.

  • Je pèle une pomme καθαρίζω/ξεφλουδίζω ένα μήλο
  • Je pèle une orange πορτοκάλι
  • Je pèle une pêche ροδάκινο
  • Je pèle un œuf dur ένα σφιχτό αυγό

éplucher

πιο πρακτικό, σημαίνει επίσης καθαρίζω από λέπια ή αποφλοιώνω και είναι συχνότερο σε λαχανικά ή όταν χρησιμοποιούμε μαχαίρι ή αποφλοιωτή.

  • J’épluche une carotte καρότο
  • J’épluche des pommes de terre πατάτες
  • J’épluche une pomme ειδικά όταν χρησιμοποιώ μαχαίρι
  • J’épluche un œuf dur λιγότερο συχνά από το peler.
Exemples:
Je pèle une pomme avant de la manger.
Il a pelé l’orange en quelques secondes.
Pelez les œufs durs dès qu’ils sont refroidis.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.