muet

adjectif

muer (αρσ.) / muette (θηλ.)

Προσοχή: υπάρχει μια μικρή διαφορά ανάμεσα στο muet και το sans voix:

  • Το “sans voix” είναι κυρίως μια συναισθηματική κατάσταση. Περιγράφει κάποιον που είναι συγκλονισμένος, σοκαρισμένος ή βαθιά συγκινημένος σε σημείο που να μην μπορεί να μιλήσει. Δίνει έμφαση στην αδυναμία να μιλήσει κανείς λόγω έντονων συναισθημάτων.
  • Το “muet“, από την άλλη πλευρά, είναι πιο κοντά στο «μουγκός» ή «σιωπηλός». Μπορεί να υποδηλώνει μια φυσική ανικανότητα να μιλήσει (όπως κάποιος που είναι κυριολεκτικά βουβός) ή μια σκόπιμη επιλογή να μην μιλήσει.

Μπορούμε να πούμε δηλ. ότι το muet είναι ένα υπερσύνολο του sans voix

Exemples:
Elle était sans voix (muet) en voyant la fête surprise
La nouvelle de son prix l'a laissée complètement sans voix (muet)
La beauté du coucher de soleil l'a laissé sans voix (muet)
Je suis muet (sans voix) face à ce qui se passe dans le monde en ce moment
Ils ont été surpris par la réaction muette de leur ami
Il est resté muet devant les accusations
Elle a gardé un silence muet pendant toute la réunion

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.