muer (αρσ.) / muette (θηλ.)
Προσοχή: υπάρχει μια μικρή διαφορά ανάμεσα στο muet και το sans voix:
- Το “sans voix” είναι κυρίως μια συναισθηματική κατάσταση. Περιγράφει κάποιον που είναι συγκλονισμένος, σοκαρισμένος ή βαθιά συγκινημένος σε σημείο που να μην μπορεί να μιλήσει. Δίνει έμφαση στην αδυναμία να μιλήσει κανείς λόγω έντονων συναισθημάτων.
- Το “muet“, από την άλλη πλευρά, είναι πιο κοντά στο «μουγκός» ή «σιωπηλός». Μπορεί να υποδηλώνει μια φυσική ανικανότητα να μιλήσει (όπως κάποιος που είναι κυριολεκτικά βουβός) ή μια σκόπιμη επιλογή να μην μιλήσει.
Μπορούμε να πούμε δηλ. ότι το muet είναι ένα υπερσύνολο του sans voix
