J’ai commencé à travailler sur le sujet.
Je n’hésite pas à sauter en parachute.
Je passe du temps à regarder la télé.
J’ai du mal à apprendre les verbes.
Quelques verbes quotidiens
Τα πιο συνηθισμένα ρήματα που συνοδεύονται από την πρόθεση à και στη συνέχεια από ένα απαρέμφατο (δηλ. άκλητο ρήμα) ή ένα ουσιαστικό.
| commencer à / se mettre à | ξεκινώ |
| continuer à | συνεχίζω |
| hésiter à | διστάζω |
| réussir à / arriver à / parvenir à | επιτυγχάνω / καταφέρνω |
| s’habituer à | συνηθίζω σε |
| passer du temps à | περνάω χρόνο σε |
| avoir du mal à | δυσκολεύομαι να |
| contribuer à + INFINITIF / + NOM | συμβάλλω σε |
| encourager à / pousser à / inciter à | ενθαρρύνω / ωθώ / παρακινώ |
| se décider à | αποφασίζω να |
| apprendre à | μαθαίνω να |
| persister à | επιμένω, συνεχίζω |
C’est bon à Είναι καλό να … / C’est facile/difficile à Είναι εύκολο/δύσκολο να + INFINITIF – C’est bon à utiliser. Είναι καλό να το χρησιμοποιεί κανείς. – C’est facile/difficile à apprendre. Είναι εύκολο/δύσκολο να το μάθει κανείς.
Attention!! Να θυμίσουμε ότι το ρήμα και το απαρέμφατο πρέπει αναφέρονται πάντα στο ίδιο πρόσωπο.
Για παράδειγμα:
- J’ai commencé à travailler sur le sujet. Άρχισα να δουλεύω πάνω στο θέμα.
- Elle continue à lire. Συνεχίζει να διαβάζει.
- Je n’hésite pas à sauter en parachute. Δεν διστάζω να πηδήξω με αλεξίπτωτο.
- Tu réussis à parler anglais. Καταφέρνεις να μιλάς αγγλικά.
- Je m’habitue facilement à vivre dans un pays étranger. Συνηθίζω γρήγορα να ζω σε μια ξένη χώρα.
- Je passe du temps à regarder la télé. Περνώ χρόνο να κοιτάζω τηλεόραση.
- J’ai du mal à apprendre les verbes. Δυσκολεύομαι να μάθω τα ρήματα.
- J’apprends à conjuguer les verbes. Μαθαίνω να κλίνω τα ρήματα.
- Mes parents m’ont encourager à faire des études à l’étranger. Οι γονείς μου με ενθάρρυναν να σπουδάσω στο εξωτερικό.
- Les voitures électriques vont contribuer à réduire les émissions des gaz. / Les voitures électriques vont contribuer à la réduction des émissions des gaz. Τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα θα συμβάλουν στη μείωση των εκπομπών αερίων.
- Je me suis décidée à vivre à l’étranger. Αποφάσισα να ζήσω στο εξωτερικό.
- Il persiste à travailler sur le projet malgré les difficultés. Συνεχίζει να εργάζεται στο έργο παρά τις δυσκολίες.