J’ai envie de vivre à Paris.
Elle a besoin de travail.
J’ai l’habitude de courir chaque matin.
Il est content de voyager.
Il est obligé de travailler ce soir.
1. AVOIR … DE + INFINITIF:
Κάποια πολύ συνηθισμένα ρήματα που τα σχηματίζουμε με το AVOIR και ένα ουσιαστικό και μετά από τα οποία θα βάλουμε ένα απαρέμφατο:
| avoir besoin de | έχω ανάγκη από |
| avoir peur de | φοβάμαι |
| avoir envie de | επιθυμώ |
| avoir l’habitude de | έχω την συνήθεια να |
| avoir le droit de | έχω δικαίωμα να |
| en avoir marre de + INFINITIF / + NOM | έχω βαρεθεί |
Attention!! Στα ρήματα avoir besoin de, avoir peur de, avoir envie de μπορούμε μετά να χρησιμοποιήσουμε και ουσιαστικό. Θυμήθε’ι πως κλίνονται αυτά τα ρήματα εδώ.
Για παράδειγμα:
- J’ai envie de vivre à Paris. Επιθυμώ να ζήσω στο Παρίσι.
- J’ai envie d’une nouvelle vie à Paris. Επιθυμώ μια καινούρια ζωή στο Παρίσι.
- Elle a besoin de travailler. Έχει ανάγκη να δουλέψει.
- Elle a besoin de travail. Έχει ανάγκη από δουλειά.
- J’ai peur de sortir le soir. Φοβάμαι να βγω το βράδυ.
- J’ai peur de l’obscurité. Φοβάμαι το σκοτάδι.
- J’ai l’habitude de courir chaque matin. Έχω τη συνήθεια να τρέχω κάθε πρωί.
- J’ai le droit de me déconnecter du travail. Έχω το δικαίωμα να αποσυνδεθώ από τη δουλειά.
- J’ai le droit à la déconnection du travail. Έχω το δικαίωμα της αποσύνδεσης από τη δουλειά.
- J’en ai marre de participer à des réunions. / J’en ai marre des réunions. Έχω βαρεθεί να συμμετέχω σε συσκέψεις. / Έχω βαρεθεί τις συσκέψεις.
2. ÊTRE + DE + ADJECTIF + INFINITIF:
Πρόκειται για εκφράσεις που δηλώνουν κυρίως, κάποιου είδους συναίσθημα:
| Je suis … | Είμαι … |
|---|---|
| triste de | λυπημένος |
| content de | χαρούμενος |
| déçu de | απογοητευμένος |
| satisfait de | ικανοποιημένος |
| heureux de | ευτυχισμένος |
| obligé de | υποχρεωμένος να |
| responsable de + NOM | υπεύθυνος |
Για παράδειγμα:
- Je suis triste de rester à la maison. Είμαι λυπημένη που κάθομαι σπίτι.
- Il est content de voyager. Είναι χαρούμενος που ταξιδεύει.
- Vous êtes déçu d’être sans travail. Είστε απογοητευμένος που είστε χωρίς δουλειά.
- Nous sommes heureux de vous voir. Είμαστε χαρούμενοι που σας βλέπουμε.
- Il est obligé de travailler ce soir. Είναι υποχρεωμένος να δουλέψει απόψε.
- Je suis responsable de tout le projet. Είμαι υπεύθυνος για όλο το έργο.
Attention!! être prêt(e) à είμαι έτοιμος/έτοιμη να / être habitué(e) à είμαι συνηθισμένος/συνηθισμένη να
Για παράδειγμα:
- Je suis prêt à partir. Είμαι έτοιμος να φύγω.
- Je suis habitué à boire un café, le matin. Είμαι συνηθισμένος να πίνω καφέ το πρωί.