Nous sommes une grande famille. Είμαστε μια μεγάλη οικογένεια.
Dans ma famille, il y a quatre menbres. Στην οικογένειά μου υπάρχουν τέσσερα μέλη.
J’ai une sœur et un frère. Έχω μια αδελφή και έναν αδελφό.
J’ai aussi des cousins et des cousines. Έχω επίσης ξαδέλφια και ξαδέλφες.
J’aime beaucoup ma famille. Αγαπώ πολύ την οικογένειά μου.
Εκτός από τα βασικά μέλη, υπάρχουν και οι συγγενείς, κοντινοί ή μακρινοί.
1. La situation familiale / L’état de famille

- la situation familiale / l’état de famille η οικογενειακή κατάσταση
- le mariage γάμος
- le mari άντρας, la femme γυναίκα
- l’époux, l’épouse ο, η σύζυγος
- le divorce διαζύγιο
- être είμαι
- marié(e) παντρεμένος, -η
- célibataire ανύπαντρος, -η
- divorcé(e) / séparé(e) χωρισμένος, -η
- seul(e) μόνος, -η
- en couple ζευγάρι
- veuf, veuve χήρος, χήρα
- le petit ami, la petite amie το αγόρι, το κορίτσι (για τις εφηβικές σχέσεις)
Επίσης: le conjoint, la conjointe ο, η σύζυγος (όρος πιο υπηρεσιακός) / le compagnon, la compagne ο, η σύντροφος (όταν το ζευγάρι δεν είναι παντρεμένο) / le copain, la copine ο φίλος, η φίλη (χρησιμοποιείται επίσης και για τους απλούς φίλους και φίλες)
2. La famille
- la famille οικογένεια – la tribu οικογένεια / φυλή
- la belle famille η οικογένεια των πεθερικών
- un membre ένα μέλος
a. Les parents οι γονείς – Le couple ζευγάρι:
- le père πατέρας – le papa μπαμπάς
- la mère μητέρα – la maman μαμά
- la belle-mère θετή μητέρα – πεθερά
- le beau-père θετός πατέρας – πεθερός
b. Les enfants τα παιδιά:
- le bébé μωρό (ανεξάρτητα από το φύλο, η λέξη είναι γένους αρσενικού)
- l’enfant παιδί (un / une enfant ανάλογα με το γένος του παιδιού)
- le garçon το αγόρι
- la fille η κόρη, το κορίτσι
- le fils ο γιος
- les frères et sœurs – la fratrie αδέλφια
- le frère αδελφός
- la sœur αδελφή
| unique μοναδικός, ή | – un fils unique μοναχογιός – une fille unique μοναχοκόρη – un / une enfant unique μοναχοπαίδι |
| aîné, aînée μεγαλύτερος, -η | – mon frère aîné μεγαλύτερος αδελφός – ma sœur aînée μεγαλύτερη αδελφή |
| cadet, cadette μικρότερος, -η | – mon frère cadet μικρότερος αδελφός ή δευτερότοκος – ma sœur cadette μικρότερη αδελφή ή δευτερότοκη |
c. Les grands-parents οι παππούδες, γιαγιάδες – Les petits-enfants εγγόνια:
- la grand-mère γιαγιά
- le grand-père παππούς
- le petit-fils εγγονός
- la petite-fille εγγονή
Στην καθημερινή γλώσσα: la mamie, la mémé, la mamé γιαγιά – le papi, le pépé, le papé παππούς
d. Les proches οι συγγενείς:
- les parents proches κοντινοί συγγενείς (Με τη λέξη parents εννοούμε και τους γονείς αλλά και τους συγγενείς)
- l’oncle θείος, la tante θεία
- le cousin ξάδελφος, la cousine ξαδέλφη
- le neveu ανηψιός, la nièce ανηψιά
3. Les parents lointains
- un parent lointain μακρινός συγγενής
- les anciens οι ηλικιωμένοι
- les arrière-grands-parents οι προπαππούδες
- l’arrière-grand-père προπάππους
- l’arrière-grand-mère προγιαγιά
- les arrière-petits-enfants τα δισέγγονα
- l’arrière-petit-fils δισέγγονος
- l’arrière-petite-fille δισέγγονη