Il pleut, donc il prend son parapluie.
Les bus avaient une grève. Du coup on a pris un taxi.
Il n’a pas étudié, c’est pour ça qu’il n’a pas réussi les examens.
Il a tellement étudié qu’il est sûr de réussir.
Le gouvernement a pris des mesures strictes. D’où les grèves des employés.
Υπάρχουν 3 τρόποι για να εκφράσουμε το αποτέλεσμα. Με: εκφράσεις, ρήματα ή ουσιαστικά.
1. Les expressions:
a. Les plus simples
Μετά, θα ακολουθήσει πάντα ένα ρήμα.
- Donc: λοιπόν, άρα
- Il pleut, donc il prend son parapluie. Βρέχει, παίρνει λοιπόν την ομπρέλα του.
- Alors: λοιπόν, άρα
- Il faisait beau, alors nous avons pris la décision de passer la journée à la plage. Είχε ωραίο καιρό, πήραμε λοιπόν την απόφαση να περάσουμε την μέρα στην παραλία.
- Du coup: λοιπόν (πολύ συνηθισμένη στον προφορικό λόγο)
- Les bus avaient une grève. Du coup on a pris un taxi. Τα λεωφορεία είχαν απεργία. Πήραμε λοιπόν ταξί.
b. Pour l’écrit et pour l’oral
Για τον προφορικό και τον γραπτό λόγο. Επίσης, ακολοθούνται από ένα ρήμα
- c’est pour ça que (oral)– c’est pour cela que (écrit): γι αυτό
- Il n’a pas étudié, c’est pour ça qu‘/c’est pour cela qu’il n’a pas réussi les examens. Δεν διάβασε, γι αυτό δεν πέτυχε τις εξετάσεις.
- c’est la raison pour laquelle: είναι η αιτία για την οποία
- La guerre continue en Syrie, c’est la raison pour laquelle des migrants essayent de s’installer en Europe. Ο πόλεμος στη Συρία συνεχίζεται, αυτή είναι η αιτία για την οποία πρόσφυγες προσπαθούν να εγκατασταθούν στην Ευρώπη.
- Les voitures thermiques polluent beaucoup, c’est la raison pour laquelle on encourage la vente des voitures électriques. Τα αυτοκίνητα με κινητήρα εσωτερικής καύσης ρυπαίνουν πολύ, γι’ αυτό και ενθαρρύνεται η πώληση ηλεκτρικών αυτοκινήτων.
- cn conséquence / par conséquent (γραπτός λόγος) κατά συνέπεια
- On est au milieu d’une crise financière, par conséquent il y a beaucoup de chômeurs. Είμαστε στο μέσο μιας οικονομικής κρίσης, κατά συνέπεια υπάρχουν πολλοί άνεργοι.
- tellement … que: τόσο … που
- Il a tellement étudié qu’il est sûr de réussir. Έχει διαβάσει τόσο πολύ που είναι σίγουρο ότι θα πετύχει.
- si bien que: ώστε, κι έτσι
- Le bus n’est pas arrivé à l’heure prévue, si bien que j’ai été en retard au rendez-vous. Το λεωφορείο δεν έφτασε στην προβλεπόμενη ώρα, κι έτσι καθυστέρησα στο ραντεβού.
- ce qui fait que: το οποίο είχε ως αποτέλεσμα (κυρίως στον προφορικό λόγο)
- Je suis arrivé en retard au cinéma, ce qui fait que j’ai raté le début du film. Έφτασα αργοπορημένος στο σινεμά, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να χάσω την αρχή της ταινίας.
- de sorte que κατά τρόπο ώστε, ούτως ώστε, με αποτέλεσμα να
- Elle a étudié copieusement, de sorte que ses résultats étaient excellents. Μελέτησε πολύ, με αποτέλεσμα τα αποτελέσματά της ήταν εξαιρετικά.
- de peur de … / de peur que … – de crainte de … / de crainte que … + Subj από φόβο ότι/να / για να …
- Elle a noté son rendez-vous dans son agenda de peur de l’oublier. Σημείωσε το ραντεβού της στο ατζέντα της για να μην το ξεχάσει.
- Elle a rappelé le rendez-vous à son mari de peur que / de crainte qu‘il l’oublie. Υπενθύμισε το ραντεβού στον άντρα της από φόβο μήπως το ξεχάσει.
c. Avec un NOM
- d’où / de là: εξού
- Le gouvernement a pris des mesures strictes; d’où / de là les grèves des employés. Η κυβέρνηση πήρε σκληρά μέτρα. Εξού, και οι απεργίες των εργαζομένων.
- Il a trouvé un post à Bruxelles. D’où le besoin d’améliorer son français. Βρήκε μια θέση (εργασίας) στις Βρυξέλλες. Εξού και η ανάγκη να βελτιώσει τα γαλλικά του.
- l’effet / l’impact : η επίπτωση, αντίκτυπος
- L’utilisation des emballages en plastique a un effet / un impact sur la pollution environnementale. Η χρήση πλαστικών συσκευασιών έχει επίπτωση στην περιβαλλοντική μόλυνση.
- le résultat: το αποτέλεσμα, επακόλουθο, συνέπεια
- Les incendies forestiers ont un résultat néfaste sur les écosystèmes ainsi que sur la faune et la flore. Οι δασικές πυρκαγιές έχουν αρνητική συνέπεια στα οικοσυστήματα καθώς και στην πανίδα και την χλώρίδα
2. Les verbes:
- venir/provenir de: προέρχομαι
- Ma décision de partir à l’étranger vient/provient de mon désir de connaître de nouveaux pays et d’autres modes de vie. Η επιθυμία μου να φύγω στο εξωτερικό, προέρχεται από την επιθυμία να γνωρίσω καινούριες χώρες και κοινούριους τρόπους ζωής.
- résulter de προκύπτω / découler de πηγάζω / dériver de απορρέω
- Notre attirance pour le risque résulte de / dérive de / découle de la nécessité de survivre. Η έλξη μας για τον κίνδυνο προκύπτει από / απορρέει από / πηγάζει από την ανάγκη για επιβίωση.
- entraîner: προκαλώ, επιφέρω – provoquer / causer: προκαλώ
- Les émissions des gaz par les usines entraînent / provoquent / causent la pollution de l’air. Οι εμπομπές αερίων από τα εργοστάσια προκαλούν/επιφέρουν τη μόλυνση του αέρα.
- s’expliquer par + NOM εξηγούμαι από
- Notre attirance pour le risque s’explique par la nécessité de survivre. Η έλξη μας για τον κίνδυνο εξηγείται από την ανάγκη για επιβίωση.
- être issu(e) de προέρχομαι από
- La polution environnementale est issue de l’utilisation des emballages en plastique. Η περιβαλλοντική ρύπανση προέρχεται από τη χρήση πλαστικών συσκευασιών.
- avoir un effet / un impact sur: έχω επίδραση, επίπτωση πάνω/σε
- La pollution atmosphérique a un effet sur la santé. Η ατμοσφαιρική ρύπανση επιδρά στην υγεία
- avoir pour conséquence: έχω ως αποτέλεσμα
- L’utilisation des emballages en plastique a pour conséquence la polution environnementale. Η χρήση πλαστικών συσκευασιών έχει ως αποτέλεσμα την περιβαλλοντική μόλυνση.