Mon sac a été volé!
ή
Je me suis fait voler mon sac!
Ποια από τις δύο φράσεις να προτιμήσω; Και τις δύο, ανάλογα με το που θέλω να δώσω την έμφαση.
Συχνά, στην θέση της Παθητικής φωνής μπορεί να χρησιμοποιηθεί το ρήμα se faire και μετά ένα απαρέμφατο/infinitif. Το συναντούμε κυρίως στην καθομιλουμένη.
Η διαφορά είναι ότι με την Παθητική φωνή δίνουμε έμφαση στο πράγμα: Mon sac a été volé ενώ με το se faire, στο πρόσωπο: Je me suis fait voler.
Η “κατασκευή” αυτή είναι εύκολη. Απλά, κλίνουμε το se faire και προσθέτουμε ένα δεύτερο ρήμα στο απαρέμφατο/infinitif.
Για παράδειγμα:
Se faire voler
| au Présent | au Passé Composé | + Infinitif | + un objet |
|---|---|---|---|
| Je me fais | Je me suis fait | voler | mon sac |
| Tu te fais | Tu t’es fait | voler | ton passeport |
| Il/ Elle/on se fait | Il/ Elle/on s’est fait | voler | sa valise |
| Nous nous faisons | Nous nous sommes fait | voler | notre portefeuille |
| Vous vous faites | Vous vous êtes fait | voler | vos clés |
| Ils/Elles se font | Ils/Elles se sont fait | voler | leurs portables |
Attention!! Στο ρήμα se faire δεν κάνουμε συμφωνία της μετοχής, επειδή μετά ακολουθεί απαρέμφατο.
Για τις παραπάνω φράσεις, χρησιμοποιώντας την Παθητική φωνή ή την Ενεργητική Φωνή, θα λέγαμε:
| se faire voler | Voix Passive: être volé(e)(s) (par …) | Voix Active: voler (quelque chose à quelqu’un) |
|---|---|---|
| Je me suis fait voler mon sac. Μου έκλεψαν την τσάντα. | Mon sac a été volé. Η τσάντα μου κλάπηκε. | On m‘a volé mon sac. Κάποιος μου έκλεψε την τσάντα. |
| Tu t’es fait voler ton passeport. Σου έκλεψαν το κινητό. | Ton passeport a été volé. Το κινητό σου κλάπηκε | On t‘a volé ton passeport. Κάποιος σου έκλεψε το κινητό. |
| Il/Elle s’est fait voler sa valise. Του/Της έκλεψαν τη βαλίτσα. | Sa valise a été volée. Η βαλίτσα του/της κλάπηκε | On lui a volé sa valise. Κάποιος του/της έκλεψε τη βαλίτσα. |
| Nous nous somes fait voler notre portefeuille. Μας έκλεψαν το πορτοφόλι. | Notre portefeuille a été volé. Το πορτοφόλι μας κλάπηκε. | On nous a volé notre portefeuille. Κάποιος μας έκλεψε το πορτοφόλι. |
| Vous vous êtes fait voler vos clés. Σας έκλεψαν τα κλειδιά. | Vos clés ont été volées. Τα κλειδιά σας κλάπηκαν. | On vous a volé vos clés. Κάποιος σας έκλεψε τα κλειδιά. |
| Ils/Elles se sont fait voler leurs portables. Τους έκλεψαν τα κινητά. | Leurs portables ont été volés. Τα κινητά τους κλάπηκαν | On leur a volé leurs portables. Κάποιος τους έκλεψε τα κινητά. |
Attention!! Να θυμίσουμε ότι στην Παθητική φωνή/Voix Passive η συμφωνία της μετοχής είναι απαραίτητη.
Attention!! Στην Ενεργητική φωνή στην θέση του “on” που είναι απρόσωπο θα μπορούσαμε να βάλουμε και κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο: On t‘a volé ton passeport. / Ton voisin t’a volé ton passeport. Ο γείτονάς σου, σου έκλεψε το διαβατήριο.
Observez: Η ενεργητική φωνή δίνει έμφαση στον δράστη: Ton voisin t’a volé ton passeport. (le voisin). Η παθητική φωνή δίνει έμφαση στο αντικείμενο (την προτιμάμε συνήθως για τα άψυχα): Ton passeport a été volé par le voisin (le passeport). Το “se faire + inf.“ δίνει έμφαση στο θύμα: Tu t’es fait voler ton passeport. (tu) (την προτιμάμε για τα έμψυχα)
Des verbes courants
Καθημερινές εκφράσεις/ρήματα που θα συναντήσετε:
| se faire voler (son sac / passeport / ses clés … etc.) | με ληστεύουν/μου κλέβουν |
| se faire cambrioler | μου κάνουν διάρρηξη/μου ανοίγουν |
| se faire renverser (dans la rue / dans le métro …) | με ανατρέπουν/ρίχνουν κάτω |
| se faire attaquer (dans la rue / dans le métro …) | δέχομαι επίθεση/μου επιτίθενται |
| se faire arrêter (par la police) | συλλαμβάνομαι/με συλλαμβάνουν |
| se faire gronder (par sa mère / par ses parents) | με μαλώνουν |
| se faire enlever | πέφτω θύμα απαγωγής/με απαγάγουν |
| se faire violer (par un inconnu / par son mari) | βιάζομαι/με βιάζουν |
| se faire opérer (des yeux / de la myopie) | υποβάλλομαι σε χειρουργική επέμβαση/χειρουργούμαι |
| se faire couper (les cheveux) | μου κόβουν |
| se faire mordre (par un chien) | με δαγκώνουν |
| se faire piétiner (par un passant / dans le bus) | με ποδοπατούν |
| se faire renvoyer / licencier / virer (par son directeur/supérieur) | με απολύουν/απολύομαι |
| se faire remarquer (par quelqu’un) | τραβώ την προσοχή |
| se faire insulter (par quelqu’un) | με βρίζουν |
Για παράδειγμα:
- Mes parents se sont fait cambrioler. Οι γονείς μου έπεσαν θύματα διάρρηξης
- La maison de mes parents a été cambriolée. Το σπίτι των γονιών μου διαρρήχθηκε.
- Je me suis fait couper les cheveux. Μου κόβουν τα τα μαλλιά.
- Mes cheveux sont coupés par le coiffeur.
- Une jeune femme s’est fait agresser dans le métro. Μια νέα γυναίκα δέχθηκε επίθεση στο μετρό.
- On a agressé une jeune femme dans le métro.
- Je me fais souvent gronder par mon père. Ο πατέρας μου με μαλώνει συχνά.
- Mon père me gonde souvent.