Δεν θα είναι δύσκολη λέξη για μας. Προέρχεται από το έθνος.
Εθνικός, φυλετικός, εθνοτικός
- Περιγράφει κάτι που σχετίζεται με συγκεκριμένο έθνος, φυλή ή εθνοτική ομάδα.
- Παράδειγμα: ethnic minorities = εθνοτικές μειονότητες.
- Στα ελληνικά αποδίδεται συνήθως με τον όρο εθνοτικός, για να διακριθεί από το «εθνικός» (=του έθνους, του κράτους).
Παραδοσιακός, λαογραφικός (ιδίως στη μόδα, τη μουσική, την κουζίνα)
- Χρησιμοποιείται για πράγματα που ανήκουν ή προέρχονται από μια παραδοσιακή κουλτούρα.
- Παράδειγμα: ethnic food, ethnic music, ethnic clothing = παραδοσιακό φαγητό, μουσική, ενδυμασία.
Ιστορική χρήση (παλαιότερη, σήμερα σπάνια): εθνικός ≠ χριστιανός, ειδωλολάτρης
- Στα λατινικά ethnicus σήμαινε «εθνικός, ειδωλολάτρης» (δηλαδή μη Ιουδαίος, μη χριστιανός).
- Στα σύγχρονα αγγλικά αυτή η σημασία θεωρείται παρωχημένη.