disabled
Verb, Adjective

άνθρωπος (άνθρωποι) με ειδικές ανάγκες

Παρελθοντικός χρόνος (αόριστος ή υπερσυντέλικος) του ρήματος to disable

Όπως και με τα περισσότερα ρήματα στα Αγγλικά η μορφή αυτή (μετοχές) χρησιμοποιείται και σαν επίθετο.

Examples:
These measures aim to improve the access of disabled people to means of transportation

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.