stopper
Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

Κάτι που σταματάει κάτι.

Π.χ. ένα εμπόδιο που δεν αφήνει την πόρτα να κλείσει, ένα σφήνωμα που δεν αφήνει το υγρό να διαρρεύσει/τρέξει

Examples:
The cork acts as a stopper for the wine.
Use a stopper to prevent water from flowing out.
She put a stopper in the bottle to keep it closed.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.