faced
Noun, Adjective

Παρελθοντικός χρόνος (αόριστος ή υπερσυντέλικος) του ρήματος to face.

Μπορεί να λειτουργήσει και ως επίθετο σε σύνθετες λέξεις ή εκφράσεις, όπου δηλώνει «με πρόσωπο που είναι …» ή «με επιφάνεια καλυμμένη από …».

Παραδείγματα:

  • stone-faced building → κτήριο με πέτρινη πρόσοψη
  • two-faced person → διπρόσωπος άνθρωπος
  • bold-faced type → έντονη γραμματοσειρά
  • red-faced child → κοκκινισμένο παιδί
  • smiling-faced woman → γυναίκα με χαμογελαστό πρόσωπο
Examples:
They faced an unprecedented challenge in their business.
He was faced with a moral dilemma
They faced an unexpected challenge during their trip
They faced each other in a sword duel

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.