Η λέξη «due» είναι αρκετά ευέλικτη στην αγγλική γλώσσα.
Λειτουργεί σαν
- Επίθετο
- για κάτι που είναι αναμενόμενο ή προγραμματισμένο: The train is due at 6 p.m. (= expected to arrive) Το τρένο φτάνει στις 6 μ.μ. (= αναμένεται να φτάσει) ή
- κάτι που είναι οφειλόμενο: The rent is due tomorrow (= must be paid) Το ενοίκιο πρέπει να πληρωθεί αύριο (= πρέπει να πληρωθεί)
- κάτι που είναι σωστό ή που αξίζει κάτι: He got the recognition due to him Πήρε την αναγνώριση που του άξιζε.
- Ουσιαστικό (συνήθως στον πληθυντικό: dues)
- Υποχρεώσεις / τέλη: She paid her membership dues. Πλήρωσε τα τέλη συνδρομής της.
- Επιρρήμα
- course due north (= ακριβώς βόρεια)
- Πρόθεση (σε επίσημο ύφος, συχνά παθητική φωνή)
- The cancellation was due to bad weather. (= because of) Η ακύρωση οφείλεται στις κακές καιρικές συνθήκες. (= εξαιτίας)