- to glaze a cake επικαλύπτω με γλάσο/σάλτσα (μαγειρική)
- to glaze pottery καλύπτω κεραμικό με σμάλτο
- to glaze windows τοποθετώ τζάμια
- eyes glaze (over) γυαλίζει το βλέμμα
- glaze (σαν ουσιαστικό)
- γλάσο (ζαχαροπλαστικής),
- σμάλτο/υάλωμα (κεραμικών),
- υάλωση/τζάμια (στα κουφώματα),
- γυαλιστερό φιλμ/επικάλυψη.
Θα το βρούμε συχνά σε φράσεις όπως:
- sugar/chocolate glaze; honey-glazed carrots
- ceramic glaze / glazed tiles
- double/triple glazing (διπλά/τριπλά τζάμια)
- a glazed look; his eyes glazed over