means
Verb, Noun
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch
  • Σαν ουσιαστικό (singular & plural ίδια μορφή) Προσοχή: Εδώ το “means” είναι singular παρότι τελειώνει σε -s (a means of…).
    • Σημαίνει μέσο / τρόπος / πόρος.
    • The train is a means of transport. Το τρένο είναι μέσο μεταφοράς.
    • They live beyond their means. Ζουν πέρα από τις δυνατότητές τους (οικονομικά).
    • By all means, go ahead. Βεβαίως, οπωσδήποτε.
  • ρήμα (3ο πρόσωπο εν. αριθμού του “mean”)
    • He means well. Έχει καλές προθέσεις.
    • This word means “house” in Greek. Αυτή η λέξη σημαίνει «σπίτι» στα ελληνικά.
  • Εκφράσεις:
    • by no means σε καμία περίπτωση
    • by all means ασφαλώς, οπωσδήποτε
    • means to an end μέσο για την επίτευξη σκοπού
    Examples:
    No data was found

    Leave a Reply

    Your email address will not be published. Required fields are marked *

    Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.