convertible
Adjective

Κάτι που μπορεί να μετατραπεί, να αλλάξει, π.χ. ένα αυτοκίνητο που είναι ανοιχτό, καμπριολέ

Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.