Αγώνας, γύρος, αναμέτρηση, περίοδος έντονης δραστηριότητας ή κατάστασης
a boxing bout = αγώνας πυγμαχίας
a wrestling bout = αναμέτρηση πάλης
a bout of flu = ένα επεισόδιο γρίπης
a bout of laughter = ξέσπασμα γέλιου
a bout of depression = περίοδος κατάθλιψης
Παραδείγματα:
- After a long bout of illness, he finally recovered. Μετά από μια μακρά περίοδο ασθένειας, ανάρρωσε τελικά.
- He won his first boxing bout at the age of eighteen. Κέρδισε τον πρώτο του αγώνα πυγμαχίας σε ηλικία δεκαοκτώ ετών.
- They had a short bout of laughter during the meeting. Είχαν ένα σύντομο ξέσπασμα γέλιου στη διάρκεια της συνάντησης.