bereavement
Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

πένθος, απώλεια, δηλαδή την περίοδο θλίψης που περνά κάποιος μετά τον θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου.

αναφέρεται τόσο:

  • στην ίδια την απώλεια, όσο και
  • στην περίοδο πένθους που ακολουθεί.

αρκετά επίσημη λέξη που συναντάται κυρίως σε:

  • νοσοκομειακά και συμβουλευτικά περιβάλλοντα (bereavement support, bereavement counselor)
  • νομικά και διοικητικά συμφραζόμενα (bereavement leave = άδεια πένθους)
  • ψυχολογικά και κοινωνικά κείμενα.

προέρχεται από το bereave

Examples:
She received a lot of support during her bereavement.
Bereavement can change the way we see life.
She felt deep sadness during her time of bereavement.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.