calisthenics
Noun

Uncountable noun (like mathematics, linguistics).

Χρησιμοποιείται συνήθως (αλλά όχι πάντα) σαν να ήταν ένα πράγμα, δηλ. με ενικό.

Η αγγλική του εκδοχή με διπλό ll: callisthenics

Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.