chug
Verb, Noun
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch
  • καταπίνω (κυρίως αλκοόλ ή αναψυκτικό) γρήγορα και χωρίς διακοπή
  • γουλιά (μονορούφι)
  • ο ήχος τσάφ τσούφ μιας παλιάς μηχανής/αρμομηχανής
Examples:
We heard the chug of the old engine.
He likes to chug his drink quickly.
The train began to chug down the tracks.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.