stave
Verb, Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

Σαν ουσιαστικό (noun)

  1. σανίδα, δοκάρι: μια λωρίδα ξύλου, ειδικά μία από τις καμπυλωτές σανίδες που αποτελούν τα τοιχώματα βαρελιού.
    The cooper replaced a broken stave in the barrel. Ο βαρελάς αντικατέστησε μια σπασμένη σανίδα του βαρελιού.
  2. μουσικό πεντάγραμμο (στη μουσική ορολογία, ιδιαίτερα στη βρετανική αγγλική: stave = staff).
    The notes are written on the stave. Οι νότες γράφονται στο πεντάγραμμο.

Σαν ρήμα (verb)

  1. Συνήθως με τη μορφή stave in = σπάω/διαλύω κάτι με δύναμη, το κάνω να καταρρεύσει.
    The door was staved in by the police. Η πόρτα έσπασε/γκρεμίστηκε από την αστυνομία.
  2. Έκφραση: stave off = αποτρέπω προσωρινά, καθυστερώ κάτι δυσάρεστο.
    She took vitamins to stave off a cold. Έπαιρνε βιταμίνες για να προλάβει το κρυολόγημα.
Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.