Σαν ουσιαστικό (noun)
- σανίδα, δοκάρι: μια λωρίδα ξύλου, ειδικά μία από τις καμπυλωτές σανίδες που αποτελούν τα τοιχώματα βαρελιού.
The cooper replaced a broken stave in the barrel. Ο βαρελάς αντικατέστησε μια σπασμένη σανίδα του βαρελιού. - μουσικό πεντάγραμμο (στη μουσική ορολογία, ιδιαίτερα στη βρετανική αγγλική: stave = staff).
The notes are written on the stave. Οι νότες γράφονται στο πεντάγραμμο.
Σαν ρήμα (verb)
- Συνήθως με τη μορφή stave in = σπάω/διαλύω κάτι με δύναμη, το κάνω να καταρρεύσει.
The door was staved in by the police. Η πόρτα έσπασε/γκρεμίστηκε από την αστυνομία. - Έκφραση: stave off = αποτρέπω προσωρινά, καθυστερώ κάτι δυσάρεστο.
She took vitamins to stave off a cold. Έπαιρνε βιταμίνες για να προλάβει το κρυολόγημα.