cringe
Verb, Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

Σαν ρήμα: μαζεύομαι, συστέλλομαι, υποχωρώ (π.χ. μπροστά σε κίνδυνο ή φόβο ή ντροπή).


Σαν ουσιαστικό: δηλώνει το αίσθημα ντροπής, αμηχανίας ή αίσχους που νιώθουμε όταν βλέπουμε ή ακούμε κάτι που είναι πολύ αδέξιο, ακατάλληλο ή «ντροπιαστικό» — συχνά σε σημείο που «μαζεύεσαι» εσωτερικά.

Examples:
Stop doing that, you’re making me cringe.
That TV show is so cringe.
He cringed when he heard his own voice on the recording.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.