crony
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

Ένας στενός φίλος ή σύντροφος, ειδικά κάποιος που εμπλέκεται σε αμφιλεγόμενες ή διεφθαρμένες συναλλαγές.

Η λέξη αυτή προέρχεται από την Ελληνική λέξη χρόνιος = long-lasting, enduring, old

Examples:
The politician gave contracts to his old cronies.
They were childhood cronies who never lost touch.
The politician gave a job to his crony.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.