had
Verb
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

Παρελθοντικός χρόνος (αόριστος ή υπερσυντέλικος) του ρήματος to have που χρησιμοποιείται για κατοχή ή ως βοηθητικό ρήμα για σχηματισμό χρόνων.

Δηλαδή:

  • GR: είχα, είχες, είχε / είχαμε / είχαν
  • FR: avait / avaient (imparfait), avait eu (plus-que-parfait)
  • DE: hatte / hatten (Präteritum), gehabt hatte (Plusquamperfekt)

had (ως ρήμα «έχω» σε παρελθόντα χρόνο)

  • had money → είχε χρήματα
  • had an idea → είχε μια ιδέα
  • had a problem → είχε ένα πρόβλημα

και ως βοηθητικό ρήμα:

  • had seen → είχε δει
  • had finished → είχε τελειώσει
Examples:
He finally had the guts to apologize.
He had a natural charm that drew people in
She had a burning desire to succeed

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.