wink
Verb, Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

Κλείνω το μάτι (προσωρινά, σκόπιμα) για να δείξω συνεννόηση, αστείο ή φλερτ.

  • He winked at her across the room. Της έκλεισε το μάτι από την άλλη άκρη της αίθουσας.

Κλείσιμο ματιού (ως ουσιαστικό) η κίνηση αυτή.

  • She gave me a wink. Μου έκλεισε το μάτι.

Μεταφορικά:

  • not sleep a wink δεν κοιμήθηκα καθόλου.
  • gone in a wink εξαφανίστηκε σε κλάσμα δευτερολέπτου.
Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.