- βοηθός τοκετού,
- συνοδός μητρότητας,
- υποστηρίκτρια γέννας.
Από την αρχαία ελληνική λέξη δούλη (= σκλάβα, υπηρέτρια) αλλά που στη σύγχρονη χρήση δεν έχει πια δουλοπρεπή έννοια, αλλά αναφέρεται σε υποστηρικτικό ρόλο στη γέννα.
Είναι μία γυναίκα (συνήθως εκπαιδευμένη, αλλά όχι γιατρός ή μαία) που παρέχει συναισθηματική, σωματική και πρακτική υποστήριξη στη μητέρα πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον τοκετό.