1. ουσιαστικό (noun):
- τσουγκράνα
- κλίση / γωνία π.χ. του εδάφους, των φτερών αεροπλάνου, ή της σκηνής στο θέατρο.
- χαραμοφάης / γλεντζές / ακόλαστος άντρας (παλιότερη χρήση), άντρας που ζει ανήθικα, κυνηγώντας απολαύσεις
2. ρήμα (verb):
- to rake: τσουγκρανίζω / μαζεύω με τσουγκράνα
- to rake in: μαζεύω πολλά (χρήματα)
- to rake over: ξαναφέρνω στο μυαλό / ξανασκαλίζω
- to rake through: ψάχνω προσεκτικά / σκαλίζω
3. Τεχνικές / ειδικές έννοιες:
- aeronautics: wing rake η κλίση των φτερών προς τα πίσω.
- theater: raked stage σκηνή με ελαφριά ανηφόρα προς τα πίσω.
- photography: raking light πλάγιος φωτισμός (για να τονιστεί η υφή).