usher
Verb, Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

Σαν ρήμα το ίδιο βασικό νόημα: καθοδηγώ/συνοδεύω στις θέσεις τους, όπως κάνει ένας ταξιθέτης στο θέατρο

  • theater usher / cinema usher ταξιθέτης
  • court usher κλητήρας δικαστηρίου
  • wedding usher συνοδός γάμου (από την πλευρά του γαμπρού)
  • to usher someone to their seat να συνοδεύσω κάποιον στη θέση του
  • to usher in reforms / a new era να εγκαινιάσω/σηματοδοτήσω μεταρρυθμίσεις / μια νέα εποχή
Examples:
The usher helped people find their way.
He worked as an usher at the theater.
The usher showed us to our seats.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.