wag
Verb, Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

κουνώ, σαλεύω (συνήθως κάτι μικρό και επαναλαμβανόμενα, όπως ουρά, δάχτυλο, γλώσσα κ.λπ., κούνημα, σάλεμα,

Στη γνωστή ταινία με τους Ρόμπερτ ντε Νίρο και Ντάστιν Χόφμαν Wag the dog, ο τίτλος είναι ένας Αμερικάνικος ιδιωματισμός: δηλ. όταν η ουρά κουνάει τον σκύλο, δηλ. όταν το δευτερεύον ελέγχει το κύριο ή όταν κάποιος αποσπά την προσοχή του κοινού από κάτι σοβαρό.

Examples:
I saw him wag the toy to get the cat's attention.
She began to wag her finger at him.
The dog started to wag its tail happily.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.