Να χαμηλώνεις τον εαυτό σου ή να ταπεινώνεσαι εθελοντικά, δηλαδή να δέχεσαι να κάνεις κάτι που θεωρείται κατώτερο από τη θέση σου (δεν υπάρχει υποτιμητικός τόνος – δηλώνει ευγένεια ή μεγαλοψυχία): The king condescended to speak to the peasants Ο βασιλιάς καταδέχτηκε να μιλήσει στους χωρικούς.
Να φέρεσαι με συγκατάβαση: She spoke to me in a condescending tone Μου μίλησε με συγκαταβατικό ύφος.