- μία κοφτή ανάσα, ένα πνιχτό επιφώνημα, λαχάνιασμα.
- παίρνω κοφτή ανάσα, πασχίζω να αναπνεύσω / λαχανιάζω, λέω κάτι με κομμένη ανάσα.
- gasp for air/breath πασχίζω για μια ανάσα
- gasp at (sth) μένω άναυδος, βγάζω κοφτή ανάσα από…
- gasp out (words) λέω με κομμένη ανάσα
- last-gasp τελευταία πνοή, μιά τελευταία πράξη.