- μικρή σχισμή/χαραμάδα a chink in the wall/curtains
- αχνή ακτίνα/ίχνος φωτός a chink of light
- μεταλλικός ήχος «κλινγκ» the chink of coins
- ιδίωμα: a chink in someone’s armor ένα αδύνατο σημείο
Συνώνυμα/εναλλακτικές: crack, slit, gap (σχισμή), glint, ray (για ίχνος φωτός), clink (για ήχο).
ΠΡΟΣΟΧΗ: Όταν χρησιμοποιείται για ανθρώπους, το “chink” είναι ρατσιστική βρισιά—ένας μειωτικός χαρακτηρισμός που στρέφεται ιστορικά κυρίως εναντίον ατόμων κινεζικής και ευρύτερα ανατολικοασιατικής καταγωγής. Είναι βαριά προσβλητικός και θεωρείται ρατσιστικός λόγος. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε καμία περίσταση.