chink
Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch
  • μικρή σχισμή/χαραμάδα a chink in the wall/curtains
  • αχνή ακτίνα/ίχνος φωτός a chink of light
  • μεταλλικός ήχος «κλινγκ» the chink of coins
  • ιδίωμα: a chink in someone’s armor ένα αδύνατο σημείο

Συνώνυμα/εναλλακτικές: crack, slit, gap (σχισμή), glint, ray (για ίχνος φωτός), clink (για ήχο).

ΠΡΟΣΟΧΗ: Όταν χρησιμοποιείται για ανθρώπους, το “chink” είναι ρατσιστική βρισιά—ένας μειωτικός χαρακτηρισμός που στρέφεται ιστορικά κυρίως εναντίον ατόμων κινεζικής και ευρύτερα ανατολικοασιατικής καταγωγής. Είναι βαριά προσβλητικός και θεωρείται ρατσιστικός λόγος. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε καμία περίσταση.

Examples:
That error shows a chink in their defense
We heard the chink of coins in the jar
Light slipped through a chink in the curtains

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.