κάθομαι / ξαπλώνω χαλαρά, νωχελικά, συχνά “χυμένος”, χωρίς πολλή ενέργεια, σαπίζω στον καναπέ, απλώνομαι / λουφάρω κάπου άνετα, κρέμομαι χαλαρά (π.χ. η γλώσσα ενός σκύλου, χέρι κτλ.)
Συχνα:
- to loll about / to loll around
- to loll in an armchair
ΠΡΟΣΟΧΗ: μην το μπερδεύετε με το LOL