skulk
Verb, Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch
  • κινιέμαι κρυφά, ύπουλα, παραμονεύω, συνήθως επειδή:
    • δεν θέλω να με δουν
    • νιώθω ενοχή ή φόβο
    • έχω κάποιον όχι και τόσο καλό σκοπό
  • κρύβομαι / αποφεύγω τις ευθύνες, τρυπώνω κάπου για να μη με βρουν
  • κάποιος που κρύβεται/σέρνεται ύπουλα

Είναι πιο λογοτεχνικό από το sneak.

Συχνές φράσεις:

  • skulk around/about τριγυρνώ ύπουλα / κρυφά
  • skulk in the shadows/corners κρύβομαι στις σκιές
  • skulk off την κάνω κρυφά, την κοπανάω ντροπιασμένος
Examples:
They skulk in the shadows during the night.
He tried to skulk away without being noticed.
The cat likes to skulk around the garden.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.