to flog someone μαστιγώνω κάποιον σαν τιμωρία
π.χ.: In some countries, criminals were flogged in public. Σε ορισμένες χώρες, οι εγκληματίες μαστιγώνονταν δημόσια.
Έχει όμως και μεταφορικές έννοιες (κυρίως στα Βρετανικά Αγγλικά)
α) to sell something (συνήθως γρήγορα ή φτηνά)
- to flog something = πουλάω (ιδίως κάτι φτηνό, μεταχειρισμένο, ή για να ξεφορτωθώ)
He’s trying to flog his old car. Προσπαθεί να πουλήσει το παλιό του αυτοκίνητο.
β) to overwork someone
- to flog someone = ξεθεώνω κάποιον στη δουλειά
The boss is flogging us to meet the deadline. Το αφεντικό μάς ξεθεώνει για να προλάβουμε την προθεσμία.