flog
Verb
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

to flog someone μαστιγώνω κάποιον σαν τιμωρία
π.χ.: In some countries, criminals were flogged in public. Σε ορισμένες χώρες, οι εγκληματίες μαστιγώνονταν δημόσια.

Έχει όμως και μεταφορικές έννοιες (κυρίως στα Βρετανικά Αγγλικά)

α) to sell something (συνήθως γρήγορα ή φτηνά)

  • to flog something = πουλάω (ιδίως κάτι φτηνό, μεταχειρισμένο, ή για να ξεφορτωθώ)
    He’s trying to flog his old car. Προσπαθεί να πουλήσει το παλιό του αυτοκίνητο.

β) to overwork someone

  • to flog someone = ξεθεώνω κάποιον στη δουλειά
    The boss is flogging us to meet the deadline. Το αφεντικό μάς ξεθεώνει για να προλάβουμε την προθεσμία.
Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.