loophole
Noun
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

Κενό στον νόμο, τους κανόνες ή τους κανονισμούς που σου επιτρέπει να τον/τους παρακάμπτεις.

Σχεδόν πάντα μιλάμε για κάτι αρνητικό, δηλ. για παραβίαση του πνεύματος του νόμου (ενώ τηρείται το γράμμα του νόμου):

  • exploit a tax loophole
  • close the loophole
  • left a loophole open

Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.