piggyback
Verb, Noun, Adjective, Adverb
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

1) Ουσιαστικό (noun)

a piggyback κουβαλάω κάποιον/κάτι καβάλα στην πλάτη π.χ. ένα παιδί στους ώμους/στην πλάτη

  • to give someone a piggyback (ride) να κουβαλήσω κάποιον στην πλάτη / να τον πάρω “καβαλίτσα”

2) Επίθετο (adjective)

piggyback καβάλα/πάνω σε κάτι άλλο, “παράλληλο/κολλημένο” πάνω σε άλλο

  • a piggyback carrier φορέας που κουβαλά κάτι πάνω σε άλλο

3) Ρήμα (verb)

to piggyback κουβαλάω/μεταφέρω πάνω σε κάτι άλλο ή μεταφορικά εκμεταλλεύομαι κάτι υπάρχον

  • Κυριολεκτικά: The shuttle was piggybacked on a 747. Το σάτλ μεταφέρθηκε πάνω σε ένα 747.
  • Μεταφορικά (IT/οργανωτικά): piggyback on an idea/network πατάω πάνω σε μια ιδέα/δίκτυο, εκμεταλλεύομαι υπάρχουσα υποδομή

4) Επίρρημα (adverb)

  • He rode piggyback. Πήγε καβαλίτσα / πάνω στην πλάτη.
  • The shuttle traveled piggyback on a 747. Το σάτλ μεταφέρθηκε “καβάλα” σε ένα 747.
Examples:
He carried the kid piggyback.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.