1) lap (ουσιαστικό): η αγκαλιά / τα γόνατα (όταν κάθεσαι)
= ο χώρος πάνω στους μηρούς σου, εκεί που κάθεται ένα παιδί/μια γάτα κτλ.
- Sit on my lap. = Κάτσε στην αγκαλιά μου / στα γόνατά μου.
- She held the laptop on her lap. = Κρατούσε το λάπτοπ στα γόνατά της.
2) lap (ουσιαστικό): γύρος (σε αγώνα/πίστα)
- He ran five laps. = Έτρεξε πέντε γύρους.
- a lap time = χρόνος γύρου
3) lap (ρήμα): γλείφω / λαμποκοπάω πάνω σε κάτι, χτυπάω απαλά (κύματα)
- The dog lapped water from the bowl. = Ο σκύλος έγλειφε/ρουφούσε νερό από το μπολ.
- Waves lapped against the shore. = Τα κύματα έγλειφαν/έσκαγαν απαλά στην ακτή.
4) to lap (verb): προσπερνάω (σε αγώνα)
- He lapped the other runners. = Τους “έριξε γύρο” (τους προσπέρασε κατά έναν γύρο).
5) (τεχνικό) lap joint = “επικάλυψη” / “επικαλυπτική ένωση”
- σε μηχανολογία/κατασκευές: ένωση δύο κομματιών με επικάλυψη.

