έχει 2 βασικές χρήσεις: κυριολεκτική (αλυσίδες/δεσμά) και μεταφορική (περιορισμός).
1) shackle (ουσιαστικό) = χειροπέδα/ποδοπέδα, δεσμά
Μεταλλικός κρίκος/δέσιμο που δένει χέρια ή πόδια (συχνά για φυλακισμένους ή σκλάβους).
- The prisoners were kept in shackles. = Οι κρατούμενοι κρατούνταν με χειροπέδες/δεσμά.
2) to shackle (ρήμα) = δένω με δεσμά, αλυσοδένω
- They shackled him to the bed. = Τον αλυσόδεσαν στο κρεβάτι.
Επιπλέον έχει τις μεταφορικές έννοιες: shackles = δεσμά/περιορισμοί
Κάτι που σε “δένει”, σε εμποδίζει να κινηθείς/εξελιχθείς.
- to break the shackles of poverty = να σπάσεις τα δεσμά της φτώχειας
- shackled by regulations = δεμένος/περιορισμένος από κανονισμούς
Σχετικό τεχνικό νόημα (μηχανολογία/ναυτιλία)
Σε τεχνικά συμφραζόμενα, shackle μπορεί να είναι και ο κρίκος/ναυτικός σύνδεσμος (U-shackle), δηλ. μεταλλικό εξάρτημα σε σχήμα U με πείρο που ενώνει αλυσίδες/σχοινιά.