shackle
Flag2-tiny-Geece
Greek
Flag2_France
Français
Flag2-tiny-German
Deutsch

έχει 2 βασικές χρήσεις: κυριολεκτική (αλυσίδες/δεσμά) και μεταφορική (περιορισμός).

1) shackle (ουσιαστικό) = χειροπέδα/ποδοπέδα, δεσμά

Μεταλλικός κρίκος/δέσιμο που δένει χέρια ή πόδια (συχνά για φυλακισμένους ή σκλάβους).

  • The prisoners were kept in shackles. = Οι κρατούμενοι κρατούνταν με χειροπέδες/δεσμά.

2) to shackle (ρήμα) = δένω με δεσμά, αλυσοδένω

  • They shackled him to the bed. = Τον αλυσόδεσαν στο κρεβάτι.

Επιπλέον έχει τις μεταφορικές έννοιες: shackles = δεσμά/περιορισμοί

Κάτι που σε “δένει”, σε εμποδίζει να κινηθείς/εξελιχθείς.

  • to break the shackles of poverty = να σπάσεις τα δεσμά της φτώχειας
  • shackled by regulations = δεμένος/περιορισμένος από κανονισμούς

Σχετικό τεχνικό νόημα (μηχανολογία/ναυτιλία)

Σε τεχνικά συμφραζόμενα, shackle μπορεί να είναι και ο κρίκος/ναυτικός σύνδεσμος (U-shackle), δηλ. μεταλλικό εξάρτημα σε σχήμα U με πείρο που ενώνει αλυσίδες/σχοινιά.

Examples:
No data was found

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Ποιά είναι η διαφορά ανάμεσα στα

I watch TV

και

I am watching TV

Χρησιμοποιούμε Cookies. Με την περιήγησή σας σ'αυτόν τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση Cookies.